Ακουγοντας... W. A. Mozart, Piano Concerto No. 20 in D minor, KV 466
Η σημερινή πρόταση είναι από τον φίλο και συνάδελφο Γιώργο Καπούλα, φοιτητή μουσικολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.
Έχουμε ξανα κάνει αναφορά σε κονσέρτο, όμως τώρα είναι ευκαιρία να μιλήσουμε πιο ολοκληρωμένα για αυτόν τον διάλογο ανάμεσα στον έναν και τους πολλούς, την αντιπαράθεση ενός (κατά κανόνα) σόλο όργανου με μία ορχήστρα. Η βασική μορφή του είναι απλή: τρία μέρη, γρήγορο-αργό-γρήγορο (ροντό για την ακρίβεια. μορφή στην οποία ένα θέμα που εμφανίζεται ξανά και ξανά σαν ρεφρέν, με διαφορετικές παρμεβάσεις ανάμεσα).
Ένα κλασικό κονσέρτο ξεκινά (κατά κανόνα πάντα) με μια εισαγωγή από την ορχήστρα, που ακολουθείται από τον σολίστα και που αμφότεροι οδηγούνται σε αυτόν τον διάλογο, χωρίς λέξεις. Έχοντας λοιπόν αυτό στο μυαλό μας, το κομμάτι αναφοράς αυτή τη φορά είναι ένα από τα κορυφαία πιανιστικά κοντσέρτα του 18ου αιώνα, μια μουσική τραγωδία, όπου η μορφή, φόρμα, το συναίσθημα και η προσωπική σκέψη συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο, βαθιά ανθρώπινο όραμα. Το Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 20 σε ρε ελάσσονα, KV 466 του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά και δραματικά έργα του, ξεχωριστό στην την εποχή του για τη σκοτεινή, σχεδόν προρομαντική του διάθεση και ένταση.
Ολοκληρώθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1785 στη Βιέννη και παρουσιάστηκε την επόμενη μέρα με τον ίδιο τον Μότσαρτ στο πιάνο. Εκείνη την περίοδο, ο συνθέτης βρισκόταν στην κορύφωση της δημιουργικής του ωριμότητας, συνθέτοντας το ένα κοντσέρτο μετά το άλλο για τις δημόσιες εμφανίσεις του. Ωστόσο, το έργο αυτό ξεχωρίζει από όλα τα προηγούμενα, καθώς εισάγει μια ατμόσφαιρα αγωνίας, πάθους και υπαρξιακής σύγκρουσης, άγνωστη έως τότε στο κλασικό ιδίωμα.
Το πρώτο μέρος είναι γραμμένο στη γνωστή μορφή σονάτας. Η ορχήστρα εισάγει το δραματικό θέμα με αυστηρές συγχορδίες και ρυθμική αποφασιστικότητα, δημιουργώντας έναν σχεδόν θυελλώδη τόνο. Η είσοδος του πιάνου δεν λειτουργεί ως ήρεμη “απάντηση”, αλλά ως εσωτερική φωνή που σχολιάζει, αντιστέκεται και αναλύει τα θέματα των πολλών. Θα έλεγε κανείς πως παρομοιάζει τον εσωτερικό διάλογο του συνθέτη, απέναντι στις σκέψεις αλλα και τον ίδιο τον κόσμο, με τον οποίο δύσκολα μπορούσε να ταιριάξει. Ο διάλογος αυτός δεν είναι απλή επίδειξη δεξιοτεχνίας, αλλά δραματουργική αντιπαράθεση: το πιάνπ γίνεται φορέας της ανθρώπινης ατομικότητας που μάχεται μέσα σε ένα απρόσωπο περιβάλλον.
Το δεύτερο μέρος λειτουργεί ως μεταφυσική ανάπαυλα. Εδώ, ο Μότσαρτ εγκαταλείπει το σκοτάδι για να δημιουργήσει έναν κόσμο φωτός, εσωτερικής ειρήνης και στοχασμού. Η μελωδία του πιάνου είναι απλή, σχεδόν εξομολογητική, θυμίζοντας τραγούδι ή ακόμη και προσευχή. Όμως, στο μέσο του μέρους επανέρχεται το δράμα. Μία σύντομη παρέμβαση της σολ ελάσσονα όπου ανατρέπει τη γαλήνη, πριν η μουσική επιστρέψει ξανά στο καταφύγιο της. Η αντιπαράθεση φωτός και σκότους δεν λύνεται, αλλά καθρεφτίζει την ανθρώπινη ψυχή που αναζητά νόημα μέσα στην αβεβαιότητα.
Το τρίτο μέρος επαναφέρει τον αγώνα με ακόμα μεγαλύτερη ένταση. Το ροντό, με τα επαναλαμβανόμενα θέματα, δημιουργεί θα λέγαμε έναν κυκλικό ρυθμό πάλης, με την ορχήστρα να αντιδρά αποφασιστικά στα «λεγόμενα» του σολίστα.
Μόνο στο τέλος, απροσδόκητα, το έργο κλείνει σε μείζονα (χαρούμενη) κλίμακα, ως «νίκη του φωτός», χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής του Διαφωτισμού, εποχής της λογικής και της ανθρώπινης υπεροχής. (Θα μπορούσα να πω ότι πρόκειται και για μία μικρή ειρωνική διάθεση έναντι της «εξειδανικευμένης λύτρωσης» που ήταν και της μόδας τότε, αλλά μάλλον ξεφεύγουμε λιγο.)
Μία πρόγευση του ρομαντιαμού: μια μορφή που περνά μέσα από τη σύγκρουση και φτάνει, προσωρινά έστω, στη λύτρωση. Το κοντσέρτο αυτό αντιπροσωπεύει τη ρήξη του Μότσαρτ με την ανεμελιά του κλασικισμού. Η μουσική του δεν είναι πλέον απλώς ωραία, αλλά υπαρξιακή. Η ελάσσονα κλίμακα, ως μία ιδέα «αντιδιαφωτισμού» που συζητιόταν τότε, η έντονη αντίθεση σόλου και ορχήστρας, προαναγγέλλουν τον Μπετόβεν και την αισθητική του επόμενου αιώνα.
Ο Μότσαρτ, μέσα από το 20ό του κοντσέρτο, δίνει μορφή σε μια φιλοσοφία της ανθρώπινης συνείδησης, όπου η ψυχή έρχρται αντιμέτωπη με το σκοτάδι, αναζητά φως, χωρίς ποτέ να το κατακτά οριστικά.
Comments
Post a Comment