Ακουγοντας... J. S. Bach, Hapsicord (Piano) Concerto in D minor. BWV 1052
J. S. Bach, Hapsicord (Piano) Concerto in D minor. BWV 1052
Ξεκινάμε με την παραδοχή πως το κοντσέρτο αυτό το ακούμε για ένα τελείως άλλο όργανο για το οποίο γράφτηκε. Το πιάνο στην εποχή του συνθέτη δεν υπάρχει ως όργανο. Το αντίστοιχο είναι το τσέμπαλο (Hapsicord) για το οποίο το έργο αυτό είναι γραμμένο. Φυσικά και μπορούμε να βρούμε εκτελέσεις με το αυθεντικό όργανο ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε ακριβώς το ηχόχρωμα της εποχής.
Εγώ σήμερα προτείνω να το ακούμε στο όργανο που έχει επικρατήσει να παρουσιάζεται.Έτσι λοιπόν ακούμε την εκδοχή μια πιάνο.
Το κοντσέρτο είναι γραμμένο για μικρή ορχήστρα εγχόρδων και το σολιστικό όργανο. Όπως μπορείτε να δείτε η ορχήστρα έχει λίγα όργανα, καμία σχέση με τις μεγάλες ορχήστρες που ξέρουμε. Στην εποχή του Bach, αν εξαιρέσουμε τους συνθέτης που είχαν το προνόμιο να είναι σε βασιλικές αυλές και να χρηματοδοτούνται από κάποιον βασιλιά ή αυτοκράτορα, οι ορχήστρες έπρεπε να είναι και μια βιώσιμη κατάσταση πέραν των άλλων μουσικών θεμάτων (μικρότερες αίθουσες, σολιστικά όργανα με όχι τόσο μεγάλη ένταση κλπ).
Το κοντσέρτο αυτό λοιπόν, αποτελείται από τρία μέρη (κλασική φόρμα κοντσέρτου):
1. Allegro (Γρήγορο)
2. Adagio (Αργό) σε 3/4 και
3. Allegro
Σε σχέση με τα άλλα κοντσέρτι που έχουμε δει μέχρι στιγμής φαίνεται "μικρό" δεν διάρκεια, παρόλα αυτά είναι τόσο συμπυκνωμένο σε μουσική σκέψη και δομή που μοιάζει να είναι πολύ μεγαλύτερο. Η συμπυκνωμένη γραφή του Bach είναι κάτι μοναδικό και καταφέρνει να περνάει τόσα μουσικά θέματα ταυτόχρονα και ξεκάθαρα. Θεωρείτε, δικαίως, ως ο πατέρας της αντιστικτικής μορφής σύνθεσης.
Σε τεχνικό επίπεδο χρειάζεται ακρίβεια, ταχύτητα και μνήμη. Ιδιαίτερα στο θέμα της μνήμης με τον τρόπο που επανέρχονται τα μουσικά θέματα αυτούσια αλλά σε άλλες κλίμακες είναι πολύ εύκολο ο σολίστας να μην ξέρει σε πιο κομμάτι του μέρους που παίζει βρίσκεται. Το κενό μνήμης δε που μπορεί να προκληθεί στο αργό μέρος καθώς η νότες έρχονται μια μια η μετά την άλλη, αυξάνουν τον βαθμό επικινδυνότητας για τον σολίστα.
Το κοντσέρτο ακολουθεί μια κλασική φόρμα σονάτας και στα τρία του μέρη. Μια φόρμα, που καθώς επισημαίνει ο φίλος και συνάδελφος Γιώργος Καπούλας, στην εποχή αυτή δεν υπάρχει και η σωστή ορολογία της φόρμας του πρώτου μέρους είναι Ritornello (δηλαδή κάτι που επανέρχεται ξανά και ξανά), κάνει τέτοια επεξεργασία που είναι σα να μας "μαρτυράει" την φόρμα της σονάτας που θα έχουμε σε μερικά χρόνια.
Πιάνο και ορχήστρα κάνουν την είσοδό τους μαζί σε μια μεγαλειώδη και δυναμική είσοδο στο πρώτο μέρος και μετά τα πράγματα εξελίσσονται από κλίμακα σε κλίμακα με τέτοιο τρόπο που ο ακροατής ούτε καν μπορεί να αποκωδικοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο από την Ρε ελάσονα έχει βρεθεί στη Σολ ή σε όποια άλλη.
Το δεύτερο μέρος είναι ένα λυρικό μέρος, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο για την χαλάρωση μετά από το εξαιρετικά γρήγορο και δυναμικό πρώτο για να ακολουθήσει το τρίτο μέρος γεμάτο από ενέργεια που θα μας οδηγήσει στο φινάλε.
Bonus Section
Τί είναι το Ritornello στην σύνθεση αυτής της εποχής;
«Ritornello είναι όταν μια μελωδία, η βασική ιδέα του μέρους, επανέρχεται ξανά και ξανά μέσα στη ροή, ειτε αυτούσια ειτε παραλλαγμένη, με ενδιάμεσα «διαλείμματα», τα επεισόδια. τα οποία επεισόδια, με ανάπτυξη που τους κάνει πλέον, αρχίζουν σιγά σιγά να θυμίζουν το σταθερό μέρος της επεξεργασίας, που είναι ανάμεσα στις εκθέσεις της σονάτας»
Comments
Post a Comment