Ακουγοντας ...Το Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο του J. S. Bach - Καντατα Ι
J. S. Bach Weihnachtsoratorium BWV 248
Το Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο
Μιλάμε για ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του J. S. Bach. Το έργο αποτελείται από 6 μέρη (6 καντάτες), τα οποία έχουν να κάνουν με την Γέννηση του Χριστού και όλα τα γεγονότα γύρω από την γέννηση (Γεννηση, Αναγγελία της στους ποιμένες, Προσκύνηση των ποιμένων, Περιτομή του Κυρίου, Το ταξίδι των Μάγων και την Προσκύνηση των Μάγων).
Το Ορατόριο όταν γράφτηκε παίχτηκε αποσπασματικά με την παρακάτω δομή:
25 Δεκεμβρίου: Η Πρώτη Καντάτα που μιλάει για την Γέννηση του Χριστού αντλώντας το θέμα του από το Ευαγγέλιο του Λουκά, (Κεφάλαιο 2, Στίχοι 1 – 14).
26 Δεκεμβρίου: Η Δεύτερη Καντάτα που έχει ως θέμα την αναγγελία της γέννησης στους ποιμένες, αντλώντας το θέμα του από το Ευαγγέλιο του Λουκά (Κεφάλαιο 2, Στίχοι 15 – 20).
27 Δεκεμβρίου: Η Τρίτη Καντάτα που έχει να κάνει με την προσκύνηση των ποιμένων, βασισμένος στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (Κεφάλαιο 2, Στίχοι 1 – 14).
01 Ιανουαρίου: Η Τέταρτη καντάτα που έχει ως θέμα την Περιτομή και Ονοματοδοσία του Κυρίου, πάνω στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο (Κεφάλαιο 2, Στίχος 21).
Πρώτη Κυριακή μετά την 01 Ιανουαρίου: Η Πέμπτη Καντάτα με θέμα το ταξίδι των Μάγων, βασιζόμενος πάνω στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (Κεφάλαιο 2, Στίχοι 13 – 23).
06 Ιανουαρίου (των Θεοφανείων): Η Έκτη Καντάτα με θέμα την προσκύνηση των Μάγων ανλτώντας το θέμα από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου (Κεφάλαιο 2, Στίχοι 1 – 12).
Η παρουσίαση του Ορατορίου με αυτόν τον τρόπο ήταν σύμφωνη με τον εορτασμό και τις ακολουθίες της Εκκλησίας, και έγινε σε 2 εκκλησίες της Λειψίας, τον Άγιο Θωμά και τον Άγιο Νικόλαο.
Όπως και σε όλες τις Εκκλησιαστικές συνθέσεις του Bach, τα κείμενα είναι στα Γερμανικά καθώς αυτή είναι η παράδοση της Λουθηρανικής Εκκλησίας.
Cantata I
Και μόνο να περάσει από το μυαλό κάποιου η συγκεκριμένη προσωπικότητα, καταφέρνει να προκαλέσει δέος, με τη μουσική του να αποτελεί ένα λαμπερό αστέρι στην ιστορία της μουσικής δημιουργίας. Ο λόγος φυσικά για μία από τις μεγαλύτερες μουσικές ιδιοφυίες, τον Johann Sebastian Bach.
Η μουσική για τον Μπαχ δεν ήταν απλώς αισθητικής και ψυχαγωγικής σημασίας, αλλά, επηρεασμένος από τον Λούθηρο και βαθιά θρησκευόμενος, εσωτερικής και φιλοσοφικής υπόστασης. Ποτέ του ο Μπαχ δεν έγραφε νότα στο χαρτί, χωρίς να έχει από πίσω της κάποια συγκεκριμένη, θεολογική ως επί το πλείστον, σημασία, πάντα όμως συνυφασμένη με την μουσικο-μαθηματική τελειότητα της σύνθεσης, νοοτροπία που έχει τις ρίζες της από την αρχαιότητα.
Ο Μπαχ κατά τον 20ο αιώνα άρχισε να εμφανίζεται, χιουμοριστικά βεβαίως, ως ο «Άρχοντας του σκότους», χαρακτηρισμό που μπορούμε να καταλάβουμε, αφού η ηθική αυστηρότητα του σε συνδυασμό με τη προσωπική του έμπνευση, τον διαφοροποίησε αρκετά από σύγχρονούς τους δημιουργούς. Η εμμονή για μαθηματική ακρίβεια, πολυφωνική πυκνότητα και ουσιαστική θεολογική σύνδεση με το έργο του, συχνά με χρήση του ελάσσονα τρόπου, ίσως και να του έδωσαν επάξια αυτόν τον τίτλο.
Εδώ όμως, ένεκα των ημερών, θα ασχοληθούμε με ένα φωτεινό παράδειγμα της λαμπρότητας που τον διακατέχει, με στόχο να τον αναδείξουμε και ως «άρχοντα της λάμψης». Η αναφορά μας γίνεται για το επονομαζόμενο “Weihnachtsoratorium” δηλαδή το Χριστουγεννιάτικο ορατόριο.
Το ορατόριο αυτό δεν ανταποκρίνεται στη στενή έννοια του όρου, καθώς αποτελείται από έξι αυτοτελείς καντάτες, γραμμένες για τις μεγάλες γιορτές του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων (25/12 – 6/1) και πρωτοπαρουσιάστηκαν στη Λειψία το 1734–1735, και έτσι ακριβώς θα παρουσιαστούν και εδώ!
Ξεκινώντας με τη πρώτη Καντάτα, η οποία προορίζεται για την ημέρα των Χριστουγέννων, βλέπουμε όπως είναι φυσικό ως κεντρικό θέμα τη γέννηση του Χριστού.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του έργου είναι το γεγονός ότι ο Μπαχ μετασχηματίζει προϋπάρχουσες κοσμικές καντάτες, προσδίδοντάς τους νέο θεολογικό και αισθητικό περιεχόμενο.
Όσον αφορά το ηχητικό θα λέγαμε σύμπαν, η πρώτη Καντάτα βρίσκεται στη Ρε μείζονα, τονικότητα που στον Μπαχ συνδέεται συστηματικά με τη δόξα, τη λαμπρότητα και τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές θριαμβευτικές στιγμές γράφονται σε Ρε μείζονα και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μία μικρή παρένθεση και να σχολιάσω/εξηγήσω την επιλογή αυτής της τονικότητας. Η Ρε μείζονα πρόκειται για μία κλίμακα που πάντα επιλέγεται από τους συνθέτες για να «ντύσει» πανηγυρικά και μεγαλοπρεπή μέρη. Ο λόγος για την ιδιαίτερη αυτή χροιά της είναι η θέση της σε ένα μοναδικό «γλυκό σημείο» ανάμεσα στη φυσική ακουστική, την τεχνική των οργάνων και τη μουσική ψυχολογία.
Για παράδειγμα, η Ρε μείζονα βασίζεται έντονα σε ανοιχτές χορδές των εγχόρδων, δίνοντας ένα πλούσιο, λαμπερό και “ανοικτό” ήχο, με περισσότερες φυσικές αρμονικές, λόγω του συντονισμού.
Στο έργο αυτό του Μπαχ, δεσπόζουν θριαμβευτικά τρεις τρομπέτες. Ιστορικά, η Ρε μείζονα είναι ο φυσικός τόνος για τις «φυσικές» όπως λέμε τρομπέτες και κόρνα, αυτά δηλαδή χωρίς κλειδιά, όπως τα ξέρουμε σήμερα και που μπορούσαν να παίξουν μόνο τους φυσικούς αρμονικούς της βασικής νότας του οργάνου. Υπήρχαν τρομπέτες και κόρνα σε διάφορες τονικότητες βέβαια γι αυτόν τον λόγο, αλλά η ρε έδινε μεγαλύτερη σταθερότητα, λάμψη και σιγουριά στη ψηλή τους περιοχή (το λεγόμενο clarino παίξιμο για τις τρομπέτες, απ όπου πήρε και το όνομά του το γνωστό όργανο). Άρα για ευνοϊκούς-πρακτικούς λόγους αλλά και λόγω της λάμψης της, η τονικότητα αυτή συνδέθηκε άμεσα με τη νίκη, τον θρίαμβο και τη δύναμη.
Βλέπουμε λοιπόν πως και η χρήση τριών τρομπετών και τυμπάνων (μαζί με έγχορδα και continuo) δημιουργεί έναν θριαμβικό, πανηγυρικό χαρακτήρα, ο οποίος αντιπαραβάλλεται δραματουργικά με τη σεμνότητα του γεγονότος, τη γέννηση του Χριστού σε ταπεινό περιβάλλον. Αυτή η αντίθεση αποτελεί και τον βασικό αισθητικό άξονα της καντάτας.
Η καντάτα αποτελείται από 8 μέρη:
1. Χορωδία
2. Ρετσιτατίβο (Ευαγγελιστής)
3. Ρετσιτατίβο (άλτο)
4. Άρια (άλτο)
5. Ρετσιτατίβο (Ευαγγελιστής)
6. Ρετσιτατίβο (σοπράνο)
7. Άρια (σοπράνο)
8. Χορωδιακό
Η εναλλαγή της βιβλικής αφήγησης και ποιητικού σχολιασμού ακολουθεί τη λουθηρανική παράδοση της «ενεργού ακρόασης», όπου ο πιστός καλείται όχι μόνο να ακούσει αλλά και να στοχαστεί.
1. Εισαγωγή / Χορωδία
«Μπαίνοντας» στο έργο. Φανταστείτε να βρίσκεστε σε μία εκκλησία την ημέρα των Χριστουγέννων, σε μία εποχή όπου ο μόνος τρόπος να ακούσετε μουσική ήταν μέσα σε ναό και που ο απλός κόσμος πιθανότατα δεν είχε και ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις, και ξαφνικά όλα να αρχίζουν να παίρνουν μορφή. Ρυθμικά τύμπανα, θριαμβευτικές τρομπέτες και το λαμπρό μήνυμα, ουνίσονο (δηλαδή ίδια μελωδία από όλες τις φωνές)
«Jauchzet, frohlocket, auf, preiset die Tage»
Πρόκειται για μία από τις πιο λαμπρές χορωδίες του Μπαχ, βασισμένη σε προγενέστερη κοσμική καντάτα.
Παρατηρούμε έντονη ρυθμική κίνηση, σε ένα χορωδιακό da capo μορφής, δηλαδή ξεκινάει ξανά απ την αρχή μόλις τελειώσει και με χαρακτηριστικό το αντιφωνικό παιχνίδι μεταξύ της χορωδίας και της ορχήστρας
Αισθητικά, η μουσική δεν απεικονίζει τη στιγμή αυτή κάθε αυτή, τη φάτνη, αλλά την ουράνια δοξολογία. Η Γέννηση προσεγγίζεται όχι ως ιστορικό στιγμιότυπο αλλά ως ένα κοσμικό γεγονός παγκόσμιας σωτηρίας.
2. Αφήγηση (Ρετσιτατιβο από τον Ευαγγελιστή)
Αμέσως μετά ο Ευαγγελιστής (τενόρος) αφηγείται το βιβλικό κείμενο από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, αφηγείται δηλαδή την ιστορία της Γέννησης. Διαταγή της απογραφής από τον Καίσαρα Αύγουστο, το ταξίδι του Ιωσήφ και της Μαρίας στη Βηθλεέμ, όπου η Μαρία γεννάει τον Ιησού, σε secco recitativo (χωρίς συνοδεία ορχήστρας, μόνο τσέμπαλο).
Η λιτότητα της μουσικής εδω ενισχύει την αυθεντία του λόγου, δημιουργώντας αντίθεση με τη μεγαλοπρέπεια των χορωδιών, ως ένας «άξονας πραγματικότητας»
3. Recitativo & Aria (για την φωνή της Άλτο)
Αμέσως μετά: «Bereite dich, Zion, mit zärtlichen Trieben»
Εδώ η Σιών προσωποποιείται και καλείται να προετοιμαστεί εσωτερικά για την έλευση του Χριστού.
Μουσικολογικά έχουμε μία απαλή ορχήστρα (χωρίς τρομπέτες αυτή τη φορά. λυρική, με εσωστρεφή μελωδία και ρυθμική ηρεμία.
Αισθητικά, πρόκειται για μια στροφή προς το εσωτερικό βίωμα, μια μετάβαση από τη δημόσια δοξολογία στην προσωπική πνευματική προετοιμασία.
Ένα συνοδευόμενο ρετσιτάτιβο από άλτο και όμποε ντ’ αμόρε περιγράφει το θείο γεγονός, οδηγώντας σε μια άρια αφύπνισης του πιστού, που προετοιμάζεται πνευματικά για τη Θεϊκή είσοδο.
Recitativo (εμμελής απαγγελία με συνοδεία μικρού μέρους της ορχήστρας)
Άρια
4. Κοράλ
Ακολουθεί ένα προσευχητικό χορωδιακό. Απλή και ήρεμη γραφη. Χορωδία, με ξεκάθαρες φράσεις, σε συνοδεία basso continuo, με βασικό στόχο η εστίαση της προσοχής στο κείμενο. Μέσα στο κοσμοιστορικό αυτό γεγονός που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, ο κόσμος παίρνει μία μικρή απόσταση και αναλογίζεται:
5. Recitativo (από τον ρόλο του Ευαγγελιστή)
6. Choral (Soprano) και Recitativo (Basso)
«Großer Herr, o starker König»
Σε αυτό το σημείο έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα δομή με Χορωδιακό στις σοπράνο και εμελής απαγγελία από τον μπάσο.
Το σημείο αυτό αποτελεί και την κορύφωση της αντιθετικής αισθητικής της καντάτας, μεγαλόπρεπη μουσική με μία παιδική, σχεδόν χορευτική γραμμή της σοπράνο
Η αντίφαση «Μεγάλος Βασιλιάς – ταπεινό βρέφος» μεταφράζεται μουσικά με συνύπαρξη δόξας και απλότητας, στοιχείο κατεξοχήν «μπαχικό».
5. Άρια (Μπάσο + Τρομπέτα)
Η επόμενη άρια, του μπάσου, με την έντονη και βασιλική τρομπέτα, «Großer Herr, o starker König», θέτει τον Ιησού ως Μεγαλοδύναμο Βασιλιά, ενώ ο μάλλον φιλοσοφικός λόγος καταθέτει βαθύ ιερό συναίσθημα.
6. Τελικό χορωδιακό
Η καντάτα κλείνει με ένα απλό χορωδιακό, γνωστό στη λουθηρανική κοινότητα, βασισμένο στο «Vom Himmel hoch, da komm ich her», πάλι με τρομπέτες και τύμπανα, προσδίδοντας μεγαλείο και επίσημο χαρακτήρα στο κλείσιμο.
Η συλλογική δοξολογία μετατρέπεται σε προσωπική προσευχή όπου η μουσική «κατεβαίνει» από το ουράνιο στο ανθρώπινο.
Η πρώτη καντάτα του Χριστουγεννιάτικου Ορατορίου ολοκληρώνεται έτσι, όχι απλώς ως μουσική εορταστική διακήρυξη, αλλά ως ένα πλήρες θεολογικό και αισθητικό πλαίσιο. Ο Μπαχ θέτει από την αρχή το κεντρικό παράδοξο της χριστιανικής πίστης, που δεν είναι άλλο αποπ τη συνάντηση της υπέρτατης δόξας με την απόλυτη ταπείνωση. Η θριαμβευτική Ρε μείζονα, οι λαμπρές τρομπέτες και τα τύμπανα δεν λειτουργούν ως εξωτερική επίδειξη μεγαλείου, αλλά ως μουσική αποκάλυψη ενός γεγονότος που υπερβαίνει την ανθρώπινη ιστορία. Ταυτόχρονα, μέσα από τις άριες και τα ρετσιτατίβο, η μεγαλοπρέπεια αυτή εσωτερικεύεται, μετασχηματιζόμενη σε προσωπικό στοχασμό και προσευχή.
Με αυτόν τον τρόπο, ο ακροατής οδηγείται από τη δημόσια δοξολογία στην εσωτερική αποδοχή του θείου μυστηρίου. Η Γέννηση δεν παρουσιάζεται απλώς ως γεγονός προς θαυμασμό, αλλά ως κάλεσμα προς προσωπική μεταμόρφωση. Η μουσική «κατεβαίνει» από τον ουρανό στη γη και, τελικά, στην καρδιά του πιστού.
Αυτή ακριβώς η εσωτερική μετατόπιση προετοιμάζει το έδαφος και για την επόμενη καντάτα, όπου εκεί, το βλέμμα του Μπαχ απομακρύνεται από τον θρίαμβο και στρέφεται προς τη νύχτα, την ύπαιθρο και την αγωνία του ανθρώπου, περνώντας σε έναν πιο γήινο, σχεδόν ποιμενικό κόσμο, όπου το θαύμα αποκαλύπτεται μέσα από την απλότητα, τη σιωπή και τον φόβο της ανθρώπινης εμπειρίας.
Αλλά αυτά, στο επόμενο άρθρο μας!
Comments
Post a Comment