Ακουγοντας ... Samuel Osmond Barber, Knoxville: Summer of 1915

Samuel Osmond Barber, Knoxville: Summer of 1915

Η μουσική έχει την δυνατότητα να μας προσφέρει τα πιο απίθανα και πιο όμορφα ταξίδια. Στον χρόνο και στον τόπο. Ας κάνουμε λοιπόν ένα μεγάλο άλμα από τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό που έχουμε ακούσει μέχρι στιγμής (εντάξει ακούσαμε και λίγο Gershwin) στην πιο σύγχρονη εποχή.

Ας γνωρίσουμε λοιπόν λίγο τον Samuel Barber.

Γεννήθηκε στις 09 Μαρτίου 1910 και πέθαν στις 23 Ιανουαρίου 1981. Αμερικανός στην καταγωγή συνθέητς, πιανίστας, διευθυντής ορχήστρας, βαρύτονος και μουσικός παιδαγωγός, είναι από τους πιο «τιμημένους» και γνωστούς συνθέτες του 20ου αιώνα. Επιρρεασμένος από τις σπουδές του για 9 χρόνια στην σύνθεση με την Rosario Scalero αλλά και μετά από τα επόμενα 25 χρόνια σπουδών με τον συνθέτη θείο του Sindey Homer, η μουσική του Barber άρχισε να σκιαγραφείται από στοιχεία μοντερνισμού, πειραματισμού, με την αισθητική την αρμονικής γλώσσας του 19ου αιώνα γεμάτη από λυρισμό και έκφραση συναισθήματος.

Ο Barber, ασχολήθηκε τόσο με την ορχηστρική μουσική όσο και με την φωνητική (δεν θα μπορούσε άλλωστε να μην το κάνει, ως τραγουδιστής ο ίδιος), με το ποιό γνωστό και αναγνωρίσιμο έργο του το Adagio για έγχορδα (1936) (που ίσως είναι ότι πιο λυπητερό μπορείτε να ακούσετε, μάλιστα έχει χρησιμοποιηθεί και ως soundtrack σε ταινίες). Έχει κερδίσει 2 φορές το βραβείο Pulitzer μουσικής. Την πρώτη φορά με την όπερά του Vanessa (1956-1957) και την δεύτερη με το κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα (1962). Είναι από τους λίγους συνθέτες που μέχρι το τέλος της ζωής του όλα τα έργα του έχουν ηχογραφηθεί.

Knoxville: Summer of 1915

Το έργο που ακούμε είναι μια σύνθεση για ψηλή φωνή και ορχήστρα γραμμένο το 1947. Το κείμενο είναι γραμμένο το 1938 από τον James Agee. Το έργο έκανε πρεμιέρα το 1948 από την Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης με μαέστρο τον Serge Koussevitzky και σολίστ την σοπράνο Eleanor Steber.

Το κείμενο είναι ένα ποιήμα πρόζας (δηλαδή ποιήμα άνευ ομοιοκαταληξίας) του Agee το οποίο έγινε μετά ένα κομμάτι του βιβλίου του «Ένας θάνατος στην οικογένεια» (A Death in the Family), που γράφτηκε το 1957 (και με το οποίο ο συγγραφές κέρδισε το βραβείο Pulitzer). Ο Barber, «ζωγραφίζει» με τη μουσική του μια ειδηλιακή και νοσταλγική φωτογραφία του Knoxville, στο Tennessee που είναι και η γεννέτηρα πόλη του ποιητή. Το έργο έχει ονειρικό χαρακτήρα (πράγμα που και ο συνθέτης κράτησε ώς χαρακτηριστικό της σύνθεσης), μια ονειρική αφήγηση ενός παιδιού από ένα απόγευμα του Αμερικανικού Νότου. Το παιδί αυτό φαίνεται σα να μεταμορφώνεται σε ενήλικας και μετά ξανά πίσω ως παιδί και πολλές φορές στο έργο είναι δύσκολο να διακρίνει κάποιος την ταυτότητα του ομιλητή καιθώς η ονειρική μορφή της αφήγησης μπερδεύει τον αναγνώστη.

Ο συγγραφέας του κειμένου σχολιάζει στο πρόγραμμα σε αυτή την παρουσία του 1948:

Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η αυτοσχεδιαστική γραφή, σε αντίθεση με τη σχολαστικά επεξεργασμένη γραφή με πολλά προσχέδια· δηλαδή, κάτι αντίστοιχο με τον αυτοσχεδιασμό στην τζαζ, ένα είδος «αυθεντικού» λυρισμού που πίστευα ότι πρέπει να είναι καθαρά αυτοσχεδιαστικό... Μου πήρε περίπου μιάμιση ώρα· κατά την αναθεώρηση, έμεινα πιστός στον κανόνα μου σε ποσοστό περίπου 98%, για αυτά τα «αυτοσχεδιαστικά» πειράματα, χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή.


Ο Barber δεν χρησιμοποίησε όλο το κείμενο το Agee, αλλά αποσπάσματα, όμως ο συνθέτης ταυτίζεται πολύ με το κείμενο. Ο Agee πολύ συναισθηματικά επιρεασμένος από τον θάνατο του πατέρα του ενώ ο Barber την περίοδο της σύνθεσης του έργου βιώνει την επισείνωση της υγείας του δικού του πατέρα.

Το κείμενο δεν λέει μια συγκεκριμένη ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αφού όπως και ο συγγραφέας λέει, είναι ένα ονειρικό κείμενο και με τέτοιο τρόπο μελοποιείται. Πρόκειται για μια ποιητική απεικόνιση της ζωής μέσα από την οπτική ενός μικρού παιδιού. Είναι γεμάτο παρηχήσεις («άνθρωποι σε ζευγάρια», «γονείς στις βεράντες», «ύπνος, απαλά χαμογελαστός», «χαμηλά στο μήκος των γκαζόν»). Το νόημα είναι ότι δεν συμβαίνει τίποτα· οι μεγάλοι κάθονται στη βεράντα και μιλούν «για τίποτα το ιδιαίτερο, για τίποτα απολύτως». Οι φωνές τους είναι «απαλές και χωρίς νόημα, σαν τις φωνές πουλιών στον ύπνο». Περνάει ένα άλογο με άμαξα, ένα θορυβώδες αυτοκίνητο, ένα ήσυχο αυτοκίνητο, ένα θορυβώδες τραμ. Τα μέλη της οικογένειας ξαπλώνουν πάνω σε κουβέρτες, στην αυλή (όπως συνηθιζόταν σε ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ, πριν τον κλιματισμό). «Τα αστέρια είναι πλατιά και ζωντανά, μοιάζουν σαν χαμόγελα μεγάλης γλυκύτητας και φαίνονται πολύ κοντά». Τα μέλη της οικογένειας περιγράφονται όπως θα τα έβλεπε ένα παιδί, επαναλαμβάνοντας λόγια μεγάλων: «Ο ένας είναι καλλιτέχνης, μένει στο σπίτι. Η άλλη είναι μουσικός, μένει στο σπίτι». Οι βασικοί άνθρωποι είναι οι γονείς του, ο πατέρας και η μητέρα, που είναι και οι δύο «καλοί μαζί μου». Το αγόρι είναι «ένα οικείο και αγαπημένο πρόσωπο σε αυτό το σπίτι». Το κείμενο προμηνύει κάποια τραγωδία: «Ο Θεός να ευλογεί τους δικούς μου, τον θείο μου, τη θεία μου, τη μητέρα μου, τον καλό μου πατέρα, ω, θυμήσου τους με καλοσύνη στην ώρα της δοκιμασίας τους· και στην ώρα που θα φύγουν».


Το αγόρι κάνει το φιλοσοφικό σχόλιο: «Με κάποιο τυχαίο τρόπο, να που είναι όλοι εδώ, πάνω στη γη· και ποιος θα μπορέσει ποτέ να πει τη θλίψη του να είσαι πάνω στη γη, ξαπλωμένος πάνω σε κουβέρτες, στο γρασίδι, ένα καλοκαιρινό βράδυ, ανάμεσα στους ήχους της νύχτας». Το παιδί «το παίρνουν μέσα και το βάζουν στο κρεβάτι», και το υποδέχεται ο ύπνος. Όμως το ένα πράγμα που δεν θα μάθει ποτέ σε αυτό το σπίτι, που κανείς δεν θα του πει, είναι «ποιος είμαι». Με αυτή την αίσθηση έλλειψης, το κείμενο τελειώνει.

Υ.Γ. Αποφάσισα να ακούσουμε το έργο σε δύο εκδοχές, μια με την σοπράνο Golda Schultz και με την ορχήστρα της Γαλλικής ραδιοφωνίας και μια με τον τενόρο Russell Thomas με τον πιανίστα Simon Lepper. Ο λόγος που το κάνω αυτό είναι για να μπορέσουμε να δούμε πως το ίδιο κομμάτι ερμηνεύεται διαφορετικά από άλλες φωνές, και από άλλη συνοδεία που είναι μεν γνώριμο σε νότες, αλλά τελείως διαφορετικό σε αίσθηση. 


Comments